ElvenKingdom

Εκεί που η φαντασία κλείνει το μάτι στην πραγματικότητα...

Το τσόκαρο που ήθελε να κάνει καριέρα στην τηλεόραση.




Μια φορά κι ένα καιρό ήταν ένα τσόκαρο. Ξύλινο. Με χοντρό τακούνι. Ομορφο τσόκαρο ρε παιδί μου. Αναπαυτικό.
Η σόλα του σχεδόν απείραχτη. Τόσο μικρό σε ηλικία ήταν.

Το ξύλο του καταγόταν απο ενα μακρινό μα συνάμα όμορφο νησί. Νησί που αν ήξερε τι τσόκαρα έβγαζε θα είχε βουλιάξει σαν την Ατλαντίδα.

Το τσόκαρο λοιπόν ξεκίνησε το μακρύ του ταξίδι για την πρωτεύουσα της χώρας. Εκεί που οι ευκαιρίες πέφτουν σαν βροχή (δε θέλω ειρωνίες, παραμύθι λέω τι περιμένατε να ακούσετε;). Εφτασε λοιπόν με μια βαλιτσούλα και ένα κεφάλι γεμάτο ιδέες. 

“Θα πετύχω ο κόσμος να χαλάσει” έλεγε το τσόκαρο. Είμαι όμορφο, με ξανθό γυαλιστερό ξύλο και διαθέσιμο να με φορέσει όποιο πόδι θέλει."

Το τσόκαρο είχε απο μικρό την επιθυμία να γίνει σταρ. Μεγάλο και τρανό να είναι στην χώρα του. Χώρα που συνήθιζε να αγαπάει και να αναδεικνύει τα τσόκαρα. Μια χώρα που εκείνη την περίοδο περνούσε μια μεγάλη επιδημία που τη λέγαν “κρίση”. 

Το τσόκαρο ξεκινά δειλά δειλά τα πρώτα του βήματα και βρέθηκε μπροστά στον φακό. Φωτογενές, όμορφο μα τσόκαρο.

Κάποια στιγμή λοιπόν μπαίνει στο Παλάτι το ΑΒ. Εκεί θαμπώθηκε ακόμα περισσότερο με τα φώτα και τα στρας. Εκεί ακριβώς του καρφώθηκε και η εξής ιδέα, να σαγηνεύσει τον ηλικιωμένο βασιλιά. Βασιλιά δυνατό, έξυπνο και κάπως ερωτιάρη. Σου λέει το τσόκαρο “μα τι τσόκαρο είμαι αν δεν εξασφαλίσω και δύναμη και καριέρα και λεφτά. Εμφανίζεται τότε μπροστά του μια κακή μάγισσα και του λέει “Δώσε μου τη ψυχή σου και θα σου δώσω τον βασιλια”. Το τσόκαρο δέχεται και πάει να δώσει την καρδιά του. Με το που τη βλέπει η μάγισσα έτσι μαύρη σαν τον κάρβουνο όπως ήταν του λέει του τσόκαρου “Εμένα δε με χρειάζεσαι καλό τσόκαρο. Μια χαρά θα τον καταφέρεις και μόνο σου”. Και φεύγει.

Οντως όπως τα είπε η μάγισσα έγιναν. Το τσόκαρο έριξε στα δίχτυα του το βασιλιά και άρχισε να του κάνει κουμάντο στο Παλάτι ΑΒ. Απέλυε υπηρέτες, παλιούς συμβούλους μόνο και μόνο επειδή δεν είχε καλή διάθεση. Τέτοιο τσόκαρο δεν είχε ξαναπατήσει στο παλάτι. Μιας και το παλάτι ηταν και πολύ σύγχρονο είχε δικό του κανάλι και πήρε και εκπομπή. Ο βασιλιάς ήταν έξυπνος πολύ και ήξερε πως το τσόκαρο όσο κι αν τον ξαλάφρωνε με τέχνη τόσο δεν μπορούσε να σταθεί στο κανάλι του μόνο του. Και άρχισε να φωνάζει τότε τους καλύτερους μαραγκούς για το κάνουν τσόκαρο της προκοπής. Αλλά το τσόκαρο εκεί! Παρέμενε τσόκαρο.

Με τα πολλά το τσόκαρο υπάρχει ακόμα. Και όσο κι αν προσπαθεί το παλάτι να κρύψει τη σχέση με το βασιλιά, ο κόσμος το έμαθε. 
Οσο κι αν το παλάτι προσπάθησε να κάνει το τσόκαρο αγαπητό στο λαό, καθε προσπάθεια έπεφτε στο κενό. Γιατί το τσόκαρο δεν μπορούσε να γίνει αγαπητό. Γιατί ήταν τσόκαρο.

Ο λαός δεν μπορέσει να χωρίσει το μικρό τσόκαρο απο το βασιλιά γιατί εδώ που τα λέμε αυτό δεν αφορά και κανένα. Αντε να αφορά το θέμα τα παιδιά του βασιλιά γιατί με το τσόκαρο στα πόδια σου τα κληρονομικά ποτέ δεν είναι σίγουρα. Ο λαός όμως εδώσε στο βασιλιά και το συμβούλιο του να καταλάβει πως δε θέλει να βλέπει το τσόκαρο όταν ανοίγει την τηλεόραση του. Γιατί τον ενοχλεί η αλαζονεία του, η υπεροψία της “δανεικής” δύναμης που έχει στα χέρια του και η αμορφωσιά που ξεχειλίζει το ξύλινο μας τσόκαρο.

Και ζήσαν αυτοί όπως αξίζει στα τσόκαρα, κι εμείς καλύτερα.